2 ἄορ·


sin pájaros ἄορ· πέτρα ἐν τῇ Ἰνδικῇ ἐν ᾗ οὐ κάθηται ὄρνις διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν ὑπερύψηλον Zonar.115.18-19C., cf. Ἄορνις, Ἄορνος.